Πρόγραμμα HELP «Καταπολέμηση των Διακρίσεων», Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013, ώρα 18:00, Αίθουσα Εκδηλώσεων ΔΣΑ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

Πρόγραμμα HELP «Καταπολέμηση των Διακρίσεων», Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013, ώρα 18:00, Αίθουσα Εκδηλώσεων ΔΣΑ

Χαιρετισμός Αντιπροέδρου ΔΣΑ

Ως Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, θα ήθελα να σας καλωσορίσω και εγώ με τη σειρά μου στην αποψινή εκδήλωση για την παρουσίαση του Προγράμματος HELP, το οποίο υποστηρίζει τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τη Σύσταση 4 (2004) της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τη Διακήρυξη του Interlaken και τη Διακήρυξη του Brighton το 2012.

Επιπλέον, ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE), θα ήθελα να επισημάνω ότι η υπεράσπιση του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων αποστολών του CCBE, το οποίο διαθέτει όχι μόνο Ειδική Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αλλά και Μόνιμη Αντιπροσωπεία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το Μάιο του τρέχοντος έτους, κατά την ανάληψη της Προεδρίας του CCBE από τον Αντιπρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, κ. Ευάγγελο Τσουρούλη, το Κεντρικό Σεμινάριο, το οποίο μάλιστα χαιρέτισαν ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κ. Αντώνης Ρουπακιώτης και ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Γιάννης Αδαμόπουλος, είχε ως αντικείμενο τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Ως γνωστόν, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι δεσμευτικές για τα κράτη μέλη της ΕΣΔΑ, πλην όμως αφενός το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δεν έχει αρμοδιότητα να αναιρεί αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων ούτε να ακυρώνει εθνικούς κανόνες δικαίου, και αφετέρου δεν είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των αποφάσεών του. Η ευθύνη για το τελευταίο ζήτημα είναι της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία έχει καθήκον να εποπτεύει την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, διαπιστώνοντας και την καταβολή των χρηματικών ποσών που επιδικάζονται από αυτό. Τυχόν δε μη συμμόρφωση του κράτους μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου δύναται να επιφέρει έως και αποβολή ή εξαναγκασμό του σε αποχώρηση από το διεθνή οργανισμό. Περαιτέρω, εκτός από το δεδικασμένο των οριστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ, έχει καθιερωθεί νομολογιακά και το λεγόμενο «ερμηνευτικό δεδικασμένο», υπό την έννοια ότι όλα τα κράτη μέρη της ΕΣΔΑ υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου όταν διαμορφώνουν την εσωτερική έννομη τάξη τους, ώστε να αποφύγουν τυχόν μελλοντικές καταδίκες λόγω διατήρησης ή εφαρμογής νομοθεσίας αντίθετης προς τη Σύμβαση.

Τι μπορεί ή τι πρέπει, λοιπόν, να πράξει ο Έλληνας δικαστής όταν διαπιστώνει ότι διάταξη του εσωτερικού δικαίου αντίκειται στην ΕΣΔΑ, με ή χωρίς ad hoc απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Όταν πρόκειται για διάταξη του κοινού δικαίου, το πράγμα είναι μάλλον απλό: με επίκληση του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να αρνηθεί την εφαρμογή διατάξεων νόμου ή διοικητικής πράξης που αντίκεινται, εν γένει, σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ, χωρίς μάλιστα να έχει ιδιαίτερη νομική σημασία αν μέχρι τούδε υπήρχε αντίθετη πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων στο επίδικο ζήτημα. Όταν όμως πρόκειται για διάταξη του Συντάγματος, υποστηρίζεται η άποψη ότι ο εθνικός δικαστής, ο οποίος αντλεί την εξουσία του απευθείας και, συγχρόνως, αποκλειστικά και μόνο από το Σύνταγμα, δεν έχει κανένα περιθώριο να μην εφαρμόσει μια συνταγματική διάταξη για το λόγο ότι η σχετική απόφαση κινδυνεύει να επισύρει την διεθνή ευθύνη της Ελλάδας. Προς τούτο, τα εθνικά δικαστήρια συνηθίζουν να επιλέγουν – ρητά ή σιωπηρά – την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων «με γνώμονα» την νομολογία του ΕΔΔΑ, αναζητώντας και διαπιστώνοντας εν τέλει τη συμβατότητα και όχι την αντίθεση μεταξύ υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων του εσωτερικού και του διεθνούς δικαίου.

Ο «διάλογος» όμως, όσον αφορά στην εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν περιορίζεται πλέον μόνο ανάμεσα στο όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα όργανα του εθνικών κρατών που είναι μέλη του. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εμπνεόμενο από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και από τα στοιχεία που παρέχουν οι διεθνείς πράξεις για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν συνεργασθεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει, ήδη λαμβάνει υπόψη του την ΕΣΔΑ, ο δε «διάλογος» επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανάμεσα στους δύο κυριότερους περιφερειακούς οργανισμούς της ευρωπαϊκής ηπείρου – το Συμβούλιο της Ευρώπης και την ΕΕ – οδηγεί και επισήμως στην προσχώρηση στην ΕΣΔΑ και της ίδιας της ΕΕ, όπως προβλέφθηκε με το 14ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και, αντιστοίχως, με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας (στην οποία, σημειωτέον, ενσωματώνεται και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πλαίσιο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της ΕΕ θα ολοκληρωθεί: οι θεσμοί της ΕΕ θα τεθούν υπό τον έλεγχο του ΕΔΔΑ, ώστε οι πολίτες των κρατών μελών να απολαμβάνουν, ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, την ίδια προστασία έναντι των οργάνων της ΕΕ όπως και έναντι των κρατών μελών της. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ θα καταστεί ο τελικός, εξειδικευμένος εξωτερικός κριτής για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός της ΕΕ, ωθώντας και το ΔΕΕ σε πιο προσεκτική διαμόρφωση και πιο αναλυτική τεκμηρίωση της νομολογίας του ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το ΕΔΔΑ θα καταστεί Δικαστήριο ιεραρχικά ανώτερο από το ΔΕΕ, αλλά ότι ανάμεσα στη νομολογία των δύο Δικαστηρίων θα υπάρξει τελικά μεγαλύτερη σύγκλιση και περισσότερη αρμονία.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας. Εύχομαι η συνολική υλοποίηση του Προγράμματος HELP να έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα προς όφελος όχι μόνο των Δικηγόρων, ως υπερασπιστών των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά, εν τέλει, των ίδιων Ευρωπαίων πολιτών και όλων όσοι με οποιονδήποτε τρόπο εξαρτώνται από τη δικαιοδοσία του συνόλου των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιωάννα Καλαντζάκου-Τσατσαρώνη, Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στο CCBE