Η δίκη της Χρυσής Αυγής και ο νέος Ποινικός Κώδικας

Η καταδικαστική απόφαση για τους κατηγορούμενους της Χρυσής Αυγής υπήρξε, όπως και η ίδια σε δήλωσή μου ανέφερα, εμβληματική νίκη του κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας. Από πολιτική άποψη, αναπόφευκτη ως κριτήριο σχολιασμού σε υποθέσεις με τόσο έντονο κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα, η απόφαση ελπίζει κανείς ότι θα αφυπνίσει όσους συμπολίτες μας, άδολα αλλά αδικαιολόγητα, έστειλαν με την ψήφο τους στο Κοινοβούλιο ένα νεοναζιστικό μόρφωμα με εγκληματική δραστηριότητα. Από νομική άποψη, το ελληνικό δημοκρατικό πολίτευμα και οι λειτουργοί του έδειξαν ότι η Δημοκρατία γνωρίζει να αμύνεται χωρίς εκπτώσεις στους θεσμούς της, ακόμη και όταν αυτοί παρέχουν δικαιώματα σε άτομα που επιχείρησαν να την υπονομεύσουν.

Σ’ αυτό το νομικό επίπεδο, με αφορμή τα διάφορα σχόλια για τον νέο Ποινικό Κώδικα, σημείωσα επανειλημμένα, ως δικηγόρος, ότι πρέπει να αποφεύγονται τόσο ο πρόχειρος σχολιασμός που οδηγείται από δημαγωγικές κραυγές, όσο και η διαστρέβλωση ή επιλεκτική απομόνωση των απόψεων των νομικών για κομματική εκμετάλλευση (πράγμα που συνέβη και σε δική μου τοποθέτηση) . Ο νέος Ποινικός Κώδικας εκπονήθηκε μετά από μακρά μελέτη, η διάρκεια της οποίας εκτάθηκε σε θητείες περισσότερων κυβερνήσεων (πέντε κομμάτων). Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή απαρτίστηκε από έγκριτους νομικούς που έλαβαν υπόψη τους τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και τις δύσκολες σταθμίσεις, στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί ο ποινικός νομοθέτης. Και κατά κοινή ομολογία, ο νέος κώδικας κινείται κατ’ αρχήν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαφωνεί κανείς με επιμέρους ρυθμίσεις του νέου κώδικα και να εισηγείται βελτιώσεις του. Στις παραμονές της ψήφισής του,  που έγινε εσπευσμένα και βιαστικά ενόψει εκλογών χωρίς να συντρέχει κανείς λόγος επείγοντος, ως νομικός αλλά και ως υποψήφια βουλευτής της Ν.Δ. στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019, είχα υποστηρίξει ότι κατά την άποψή μου ορισμένες προβλέψεις του νέου κώδικα ήταν άστοχες: ως μια απ’ αυτές είχα επισημάνει τη μείωση του πλαισίου ποινής για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης σε κάθειρξη – αντί κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών- σε συνδυασμό με τη μείωση του μεγίστου ορίου της πρόσκαιρης κάθειρξης από 20 έτη σε 15.  Στις δημόσιες τοποθετήσεις μου είχα επίσης υπογραμμίσει την αντίθεσή μου στην κατάργηση της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που θα μπορούσε να προβλέπεται για συγκεκριμένα κακουργήματα με ιδιαίτερη δημοκρατική και κοινωνική απαξία. Καθώς μάλιστα η δίκη της Χρυσής Αυγής ήταν σε εξέλιξη, ήταν δύσκολο να αποφύγει κανείς τη σκέψη μήπως αυτές οι αλλαγές συνδέονταν και με τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι ευνοϊκότερες αυτές ρυθμίσεις ήταν εσφαλμένες. Αυτές ήταν οι βασικές μου αντιρρήσεις για το επίμαχο ζήτημα. Το ότι ο νέος κώδικας, ειδικά στην ισόβια κάθειρξη, αύξησε οριακά το διάστημα που πρέπει να εκτίσει κανείς, προκειμένου να δικαιούται απόλυση υπό όρους, από 19 σε 20 έτη (και από 15 σε 16, σε περίπτωση ευεργετικού υπολογισμού της ποινής) ήταν σωστό, αλλά δεν αντισταθμίζει τις μειώσεις του πλαισίου ποινών.

Ο  νομικός σχολιασμός δεν μπορεί να γίνεται με κομματικά κριτήρια. Και αυτόν τον διαχωρισμό τον έχω προσωπικά τηρήσει με συνέπεια…